|
Αλήθεια πώς θα σας φαινόταν σε δέκα χρόνια από σήμερα, η Κρήτη να έχει μετατραπεί σε Λιβύη ή Σαχάρα; Απίθανο δεν είναι καθόλου, καθώς οι έρευνες των επιστημόνων δείχνουν ήδη τη σκληρή πραγματικότητα, που λέει ότι συγκαταλέγεται στις περιοχές με δείκτη ευπάθειας 86%, κάτι που πρέπει να μας ανησυχήσει ιδιαίτερα και να δράσουμε τάχιστα, δηλαδή... χθες !!!
Η υπεράντληση υδάτων, η αλόγιστη χρήση και ο αλματώδης ρυθμός αύξησης της ζήτησης του νερού ο οποίος δεκαπλασιάστηκε τα τελευταία 100 χρόνια, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα υδατικά αποθέματα παραμένουν σταθερά και μειούμενα διαχρονικά λόγω και της μόλυνσης, μας δείχνουν το δρόμο της αναζήτησης νέων τρόπων προστασίας του υπέρτατου αγαθού για την επιβίωση στον πλανήτη μας.
Αυτή ακριβώς την ανησυχία εκφράζει η κίνηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, που χθες το μεσημέρι κάλεσε τον καθηγητή του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπεύθυνο του τομέα υδραυλικής και τεχνικής περιβάλλοντος κ. Γιάννη Μυλόπουλο, με σκοπό να παρουσιάσει την πρόταση ερευνητικού έργου με τίτλο: "Σχέδιο διαχείρισης υδατικών πόρων νομού Ηρακλείου σε συνθήκες επικινδυνότητας".
Στη συνάντηση που συγκάλεσε η Νομάρχης Ηρακλείου κ. Βαγγελιώ Σχοιναράκη – Ηλιάκη παρευρίσκονταν οι αντινομάρχες κ. Μιχάλης Αστρινάκης και κ. Ζαχαρίας Σπυριδάκης, καθώς και υπηρεσιακοί παράγοντες από τη Διεύθυνση Τοπογραφικής και Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου.
Μάλιστα τονίστηκε η ανάγκη να πραγματοποιηθεί μια έρευνα που θα αφορά ολόκληρη την Κρήτη και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, την ερχόμενη εβδομάδα η Νομάρχης θα επιδιώξει συνάντηση με τους άλλους Νομάρχες του νησιού και ακολούθως θα ενημερώσουν τον Περιφερειάρχη.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το δείκτη ευπάθειας που προτείνει η αρμόδια ευρωπαϊκή επιτροπή για να αποτυπώσει το πόσο ευάλωτη είναι μια περιοχή στην κλιματική αλλαγή, η Κρήτη έχει συντελεστή 86%. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την ανάγκη εφαρμογής επεμβάσεων εξοικονόμησης νερού με τη χρήση νέων μεθόδων και τεχνολογιών.
Σε αυτά τα πλαίσια συζητήθηκε η ανάγκη κατάρτισης ενός σχεδίου διαχείρισης υδατικών πόρων του Νομού Ηρακλείου και της Κρήτης γενικότερα, σε συνθήκες επικινδυνότητας, με δεδομένο ότι η εκδήλωση της κλιματικής αλλαγής στην περιοχή της Μεσογείου τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηρίζεται από συχνότερη εμφάνιση ακραίων φαινομένων και ειδικότερα από συχνότερες περιόδους ξηρασίας, οι οποίες θα εναλλάσσονται με περιόδους πλημμυρών, γεγονός που θα δυσχεράνει το ήδη υπάρχον υδατικό πρόβλημα. Το σχέδιο διαχείρισης των υδατικών πόρων θα έχει σχέση με τη λήψη άμεσων μέτρων, έργων και δράσεων που θα σχετίζονται με το υδατικό έλλειμμα στην περιοχή, προκειμένου να συντηρηθεί η οικονομική ανάπτυξη και να διατηρηθεί η κοινωνική ευημερία.
Σε δηλώσεις της η κ. Σχοιναράκη ανέφερε: «Ο δείκτης ευπάθειας για το πόσο ευάλωτη είναι η Κρήτη στην κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις της είναι πολύ υψηλός και είναι κατανοητό ότι μας δίνει το μήνυμα όχι να είμαστε απαισιόδοξοι αλλά να τρέξουμε και να διαμορφώσουμε τις αναγκαίες και κατάλληλες συνθήκες με τις οποίες όλοι θα προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Αυτό βεβαίως θα πρέπει να γίνει σε επίπεδο Περιφέρειας Κρήτης και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο θα πρέπει να υπάρχει μια συνεργασία και με τους υπόλοιπους Νομάρχες της Κρήτης αλλά και με το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης τον κ. Θανάση Καρούντζο.
Γνωρίζουμε ότι σε επίπεδο Περιφέρειας Κρήτης υπάρχει το Περιφερειακό Συμβούλιο Υδάτων, το οποίο έχει και τον πρώτο λόγο σε αυτό το κομμάτι. Όμως, δε θα πρέπει να χάνουμε καθόλου χρόνο, ίσως έπρεπε να τα έχουμε διαμορφώσει από χθες».
Από την πλευρά του ο κ. Μυλόπουλος ανέφερε: «Σήμερα που το νερό πλέον είναι περιορισμένο και προβλέπεται να περιοριστεί περισσότερο λόγω των δυσμενών κλιματικών συνθηκών δε μπορούμε να ικανοποιήσουμε όλες τις ανάγκες στο μέτρο που γινόταν στο παρελθόν. Ο στόχος λοιπόν σήμερα της πολιτικής του νερού, τώρα που δεν υπάρχουν πια άλλα αποθέματα, είναι να προσαρμόσουμε τη ζήτηση του νερού στα υπάρχοντα φυσικά αποθέματα. Αυτό ονομάζεται διαχείριση της ζήτησης του νερού και είναι μια πρακτική με την οποία δε χρειάζεται να φτάσει κανείς στα επίπεδα της μείωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων, της μείωσης της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά μπορεί με κατάλληλες επεμβάσεις εξοικονόμησης νερού, εφαρμογές νέων τεχνολογιών και μεθόδων, να περιορίσει πάρα πολύ τη σπατάλη του νερού, έτσι ώστε να προσαρμόσει τις ανάγκες του στα πραγματικά φυσικά διαθέσιμα.
Η φύση είναι δεδομένη και το νερό που μας δίνει είναι μετρημένο, δε μπορούμε να το αυξήσουμε. Αυτό λοιπόν το οποίο μπορούμε να κάνουμε για να συνεχίσουμε να ζούμε είναι να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες κλιματικής αλλαγής. Αυτό ήταν και το νόημα της σημερινής συνάντησης με την κ. Σχοιναράκη, να συζητήσουμε δηλαδή τρόπους προσαρμογής στα νέα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής».
ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
|